Εθνική Ελλάδος: Εσύ τι θα έκανες αν ήσουν στη θέση της Φρόσως;

Ο ρόλος της Κωνσταντίνας Μιχαήλ μας έκανε να ζητήσουμε τη γνώμη της ψυχολόγου για το ρατσισμό και την εφηβεία.
Εθνική Ελλάδος: Εσύ τι θα έκανες αν ήσουν στη θέση της Φρόσως;



Η «Εθνική Ελλάδος» του Γιώργου Καπουτζίδη μας αρέσει και την παρακολουθούμε, αυτό είναι γεγονός. Μας αρέσει τόσο, που έχουμε κάνει μέχρι και τη βαρύγδουπη σύγκριση με το «Game of Thrones» με δεδομένο ότι πρόκειται για μίας από τις πρώτες αντιρατσιστικές σειρές της ελληνικής τηλεόρασης. Κάθε φορά, λοιπόν, που βλέπουμε αυτή τη σειρά αναρωτιόμαστε τι θα κάναμε αν ήμασταν στη θέση της Φρόσως, δηλαδή της Κωνσταντίνας Μιχαήλ και ο έφηβος γιος μας είχε ρατσιστικές-φασιστικές τάσεις και εν ολίγοις ήταν «μπλεγμένος». 

Εδώ έρχεται η ψυχολόγος Ιοκάστη Μαζοπούλου, η οποία μας λύνει αυτή την απορία και μας αναλύει την ειδική αυτή περίπτωση. 

Έφηβοι και ρατσιστικές – φασιστικές τάσεις

Ο ρατσισμός ξεκινάει από την αντίληψη ότι ορισμένες ομάδες ή εθνότητες είναι ανώτερες από τις άλλες, με βάση την πλάνη ότι υπάρχουν βιολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ τους. Αυτή η, χωρίς επιστημονική θεμελίωση θεώρηση, μεταφράζεται σε δικαιοδοσία και δικαιολόγηση της κυριαρχίας των μεν στις δε. Αυτή η λειτουργία της ανθρώπινης σκέψης βασίζεται σε κατηγοριοποιήσεις, κάτι που απλοποιεί την πολυπλοκότητα και διευκολύνει στη διαχείριση των πληροφοριών. Έτσι, κάποιοι άνθρωποι καταφεύγουν στο να δημιουργούν κατηγορίες ανθρώπων και με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματά τους να αξιολογούν με προκατασκευασμένα κριτήρια.

Τέτοιου τύπου κατηγοριοποιήσεις και απόλυτες θέσεις των ακραίων τάσεων, όπως ο ρατσισμός, ο εθνικισμός και ο φασισμός συντονίζονται με την απολυτότητα της εφηβείας. Επίσης τα προκατασκευασμένα κριτήρια απέναντι στους ανθρώπους προσφέρουν μία ψευδή ασφάλεια, κρατώντας απόσταση από τον άλλο και τη σχέση μαζί του, κάτι που μπορεί να επιδιώκει και ο έφηβος που προτιμά τη μοναχικότητα ή τη σύμπλευση με τη δική του ομάδα του και μόνο.

Οι έφηβοι, ως φυσιολογικό στάδιο της ψυχοσυναισθηματικής τους ανάπτυξης, χρειάζεται να συγκρουστούν με τους γονείς τους για να διαφοροποιηθούν. Συγχρόνως οι νέοι, παιδιά και έφηβοι, έχουν την ανάγκη να ανήκουν κάπου, να είναι μέλη μίας ομάδας. Μετά το οικογενειακό πλαίσιο, αναζητούν μία ομάδα έξω από αυτήν, στις παρέες των συνομηλίκων και τις ομάδες με μία κοινή δραστηριότητα ή ιδέα. Σε πρόσφατη έρευνα του ΕΠΙΨΥ (Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής) σχετικά με την αυτοαντίληψη των εφήβων, από τις απαντήσεις των ίδιων των εφήβων προκύπτει ότι 1 στους 4 (28,5%) παρουσιάζει συμπτώματα διαταραχής διαγωγής, με το ποσοστό των εφήβων που αναφέρουν συμπτώματα διαταραχής διαγωγής να αυξάνεται με το πέρας της ηλικίας (από 20,1% στους 11χρονους, σε 30,8% στους 13χρονους και 35,2% στους 15χρονους). Αγόρια και κορίτσια διαφέρουν ως προς τις ψυχοκοινωνικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και ως προς τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η αντίδρασή τους σε αυτές. Τα κορίτσια σε σύγκριση με τα αγόρια έχουν γενικά την τάση να εσωστρέφουν τις ανησυχίες, τις δυσκολίες ή τον θυμό τους με αποτέλεσμα να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα καταθλιπτικών συμπτωμάτων ενώ αντίθετα τα αγόρια έχουν την τάση να εξωστρέφουν τις αντιδράσεις τους εκδηλώνοντας συχνότερα επιθετικές ή παραβατικού τύπου συμπεριφορές (βία, χρήση ναρκωτικών, κ.λπ.).

Κάποιοι μιλούν για επιθετικότητα ήδη από την αρχή της ζωής (ακόμα και από την εμβρυϊκή ζωή, όταν π.χ. το μωρό κλοτσά την κοιλιά της μαμάς). Ωστόσο δεν μπορεί να απαντηθεί αυτό με βεβαιότητα. Η επιθετικότητα ανιχνεύεται στα διάφορα στάδια εξέλιξης του Εγώ. Με την ολοκλήρωση της προσωπικότητας του παιδιού, όπου το παιδί μπορεί να διαχωρίσει αυτό που συμβαίνει μέσα του από αυτό που γίνεται στον εξωτερικό κόσμο, ενδιαφέρεται ταυτόχρονα για αυτά που συμβαίνουν στην εξωτερική πραγματικότητα και αυτά που συμβαίνουν (νοιώθει) μέσα του και έχει γέφυρες επικοινωνίας και σύνδεσης αυτών των δύο κόσμων (εξωτερικό-εσωτερικό), μέσω ονείρων, παιχνιδιού κτλ. Τότε μπορεί να σχετιστεί κοινωνικά, επαρκώς, με τρίτους. Ωστόσο, όταν τα πράγματα δεν έχουν πάει καλά στην ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη, τότε το παιδί ενδέχεται να διαμορφώνει τις σχέσεις του με τους άλλους με τέτοιο τρόπο που να κρατά μέσα του το καλό και να προβάλει, πετάει, έξω το κακό ώστε να μένει «κλεισμένο» στον εσωτερικό-καλό κόσμο. Σε αυτή την περίπτωση το παιδί νοιώθει τον εξωτερικό κόσμο ως έναν κακό, γεμάτο κινδύνους, απειλητικό κόσμο όπου οι άνθρωποι γίνονται διωκτικοί.

Προκειμένου το παιδί να καταφέρει να τους αντιμετωπίσει, να επιβιώσει πολλές φορές, γίνεται το ίδιο επιθετικό.

Τι θα κάνει ο γονιός ή ο δάσκαλος απέναντι στις επιθετικές τάσεις του εφήβου και πώς θα τον διευκολύνει;

Ο ενήλικας χρειάζεται να :

•    αναγνωρίσει: να δώσει χώρο και χρόνο στο παιδί να μιλήσει για αυτά που νοιώθει και ο ενήλικας μπορεί να μιλήσει, χωρίς φόβο και προκατάληψη, ακόμα και για τα επιθετικά συναισθήματα του παιδιού
•    αποδεχτεί: να μη φοβηθεί την ύπαρξη των επιθετικών συναισθημάτων ακόμα και αν αυτά απευθύνονται σε εκείνον, ακόμα και βάζοντάς το σε λόγο
•    αντέξει: τα επιθετικά συναισθήματα δεν θα διαλύσουν-καταστρέψουν εκείνον που τα νοιώθει, εκείνον στον οποίο απευθύνονται ή την μεταξύ τους σχέση
•    οριοθετήσει: να μην επιτρέψει εκδραμάτιση-επιθετικές πράξεις που θα θέσουν σε άμεσο σωματικό κίνδυνο τον ίδιο, τον άλλον ή την έκθεση του παιδιού που απευθύνεται επιθετικά
•    μεταβολίσει: να προσπαθήσει μαζί με το παιδί να βρει τρόπους διευκόλυνσης αυτού που νοιώθει, με σεβασμό στις ψυχικές λειτουργίες του παιδιού

Ο συνδυασμός αυτών των φαινομένων μπορεί να οδηγήσει τους εφήβους να συνταχθούν με ακραίες, φασιστικές ή ρατσιστικές απόψεις.

Τι κάνει σε αυτές τις περιπτώσεις ο γονιός και γενικά ο ενήλικας 

•    Μιλάει ανοιχτά σχετικά με τα όσα βλέπει και παρατηρεί στη συμπεριφορά του εφήβου, π.χ. την ενασχόληση ή την ένταξη σε ρατσιστικές-νεοναζιστικές-φασιστικές ομάδες.
•    Αναγνωρίζει το θυμό του εφήβου προς τους θεσμούς που είναι φυσιολογικός ως συναίσθημα αλλά όχι και οι εκφράσεις βίας που ίσως πιθανώς ακολουθούν.
•    Κάνει λόγο για τον θυμό που μπορεί να τον οδηγήσει προς επανορθωτικές και διορθωτικές εκφράσεις, αγώνες για αλλαγή, και όχι προς καταστροφικές εκφράσεις και επιθετικότητα προς τον αδύναμο.
•    Καταδεικνύει τον αποπροσανατολισμό του όταν εκφράζει επιθετικότητα και βίαια συμπεριφορά προς τον ξένο πληθυσμό.
•    Τον καλεί να συναισθανθεί τον άλλον και να μπει στη θέση του. 
•    Δίνει παραδείγματα ανθρώπων από το κοντινό περιβάλλον τους που χρειάστηκε να μεταναστεύσουν προσπαθώντας να βρουν καλύτερες συνθήκες, καθώς και παραδείγματα αλλοδαπών συνανθρώπων τους που προσπαθούν τίμια να επιβιώσουν και να ενσωματωθούν.
•    Του μιλάει για τη διαφορετικότητα σε όλα τα επίπεδα και πως χωρίς την ανταλλαγή στοιχείων μεταξύ των διαφορετικών πολιτισμών, η κάθε κουλτούρα θα ήταν πιο φτωχή.

Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή ενός εφήβου να συνταχθεί με ακραίες ιδέες και βίαιες εκφράσεις, δεν είναι τυχαία και χρήσιμο είναι οι γονείς να αξιολογήσουν το θέμα με σοβαρότητα, καθώς και να αναζητήσουν τα αίτια αυτή της κατάστασης όχι μόνο στο περιβάλλον και την προσωπικότητα του εφήβου, αλλά και μέσα στους ίδιους και τις επιλογές τους.