Συλλεκτικό. Σταρς του παλιού ελληνικού σινεμά θυμούνται παρασκήνια από τις επιτυχίες τους

Κοντού, Γεωργίτσης , Καλιβωκάς θυμούνται την χρυσή εποχή της Finos Film



ΜΑΡΩ ΚΟΝΤΟΥ 
ΑΛΙΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ (1961)
Εισιτήρια: 47.302 
(την 1η εβδομάδα προβολής)

Eπαιζα με τον Δημήτρη Χορν το έργο στο θέατρο δύο χρόνια. Οι συγγραφείς Αλέκος Σακελλάριος και Χρήστος Γιαννακόπουλος ήταν αυτοί που μας πρότειναν να το μεταφέρουμε στο σινεμά. Οι φήμες ότι ο Φίνος δεν ήθελε τον Χορν και γι’ αυτό η ταινία δεν γυρίστηκε στα στούντιό του δεν ισχύουν. Την παραγωγή την ανέλαβε ο Σακελλάριος. Με τον Δημήτρη δουλεύαμε μαζί στο θέατρο πέντε χρόνια. Με αυτόν ξεκίνησα την καριέρα μου, ήμασταν σαν οικογένεια και αυτό ήταν καλό και για τη χημεία μας στην ταινία. Πολυτάλαντος, λαμπερός, μοναδικός και ανεπανάληπτος και πολύ αυτοσαρκαστικός. Αυτά θυμάμαι από τον Δημήτρη. Συνεχώς μας πείραζε στα στούντιο εμένα και τη Σμάρω Στεφανίδου. Ο Χατζιδάκις ήταν συχνά παρών, αλλά ήταν πιο χαμηλών τόνων, ήταν η ήρεμη δύναμη. Τα γυρίσματα κράτησαν πολύ για ταινία, 45 μέρες, γιατί είχε πολλά ειδικά εφέ που για την εποχή τους ήταν πολύ εντυπωσιακά και το κοινό ενθουσιαζόταν στις προβολές. Ο σκηνογράφος Μάριος Αγγελόπουλος είχε δημιουργήσει εκπληκτικά πράγματα. Καπνοί, έπιπλα που εκσφενδονίζονταν, πόρτες που γυρνούν μόνες τους, πολλή δουλειά. Αλλά γενικά τα γυρίσματα με τον Σακελλάριο ήταν απόλαυση. Δεν υπήρχε ένταση, δεν υπήρχαν φωνές, δεν υπήρχε ανταγωνισμός. Και αυτό το δημιουργούσε ο Αλέκος που ήταν ο αρχηγός. Θα έλεγα ότι η ταινία γυρίστηκε νεράκι και γι’ αυτό είχε και τόση μεγάλη απήχηση. Δεν πιστεύω ότι η επιτυχία έρχεται όταν καταπιέζονται οι άνθρωποι. Μόνο η χαρά και το ταλέντο δημιουργούν επιτυχίες, όχι η πίεση. Και στο Αλίμονο στους Νέους υπήρχε άφθονο ταλέντο, χαρά και πολύς σεβασμός. Γιατί στο τέλος αυτό μένει και τίποτ’ άλλο, ο σεβασμός και η χαρά. Τα γυρίσματα έγιναν σε στούντιο, ενώ τα εξωτερικά σε ένα σπίτι στην Πλάκα, όπως και σε μια ταβέρνα της περιοχής για το Πες μου μια Λέξη. Εκείνη την εποχή των γυρισμάτων τα βράδια βγαίναμε συνέχεια στη Φωκίωνος Νέγρη. Ήμουν εγώ, ο Χορν, ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, ο Τσιφόρος παρέα και λέγαμε τα της ημέρας. Ήμασταν νέοι και ήμασταν κατά κάποιον τρόπο ακούραστοι. Τη χρονιά που γυρίστηκε το φιλμ, το 1961, ήμουν 20κάτι και ήταν όχι μόνο για μένα αλλά και για όλη την Ελλάδα υπέροχα χρόνια. Το θέμα της ταινίας διαχρονικό και θα αφορά πάντα: η αναζήτηση της νεότητας. Υπήρχε δημιουργία και ελευθερία. Τι άλλο να θυμηθώ; Έχω την αίσθηση εκείνης της εποχής κυρίως. Η ταινία πούλησε τρελά στα ταμεία. Τώρα γιατί γνωρίζει επιτυχία ακόμα και σήμερα όταν προβάλλεται από την τηλεόραση; Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στους καλούς συγγραφείς και στην ανομβρία που υπάρχει σήμερα στην τηλεόραση από πλευράς δημιουργών. Το μόνο που μας πίεζε στην ταινία ήταν ο χρόνος. Σκέψου, όλες οι ελληνικές ταινίες γυρίστηκαν μέσα σε τριάντα μέρες η καθεμία για να μην ξεφύγει το κόστος. 

ΦΑΙΔΩΝ ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ
ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΟΙ ΧΑΝΤΡΕΣ (1967)
Εισιτήρια: 531.287

Το 1966 με φώναξε ο μπαρμπα-Φίνος να μου κάνει συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας. “Δεν θέλω να παίξω ξανά σε κωμωδία” του είπα και με ρώτησε “γιατί όχι;”. “Και γιατί ναι; Ο Κούρκουλος παίζει σε κωμωδίες;” ρώτησα με τη σειρά μου. Υπογράφουμε τέλος πάντων το συμβόλαιο χωρίς όρους και λίγο καιρό μετά μου λέει: “Σε θέλει ο Δαλιανίδης πάνω”. Μου άναψαν τα λαμπάκια εκείνη την ώρα. “Να πάω πάνω να κάνω τι; Δεν θέλω να παίξω σε κωμωδία”. Με τα πολλά, ανεβαίνω πάνω και του λέω “τι με θέλετε, κύριε Δαλιανίδη;”, “να παίξεις σε ένα μιούζικαλ”, απαντά εκείνος. “Δεν ξέρω να παίζω σε κωμωδίες” του ανταπαντώ κι εγώ. “Δεν πειράζει, θα μάθεις” ήταν τα λόγια του. Φούντωσα. “Και τι θέλετε να κάνω σ’ αυτό το μιούζικαλ, κύριε Δαλιανίδη;”. “Θα κάνεις έναν μάγκα” απάντησε ξανά. Τον κοίταξα. “Ακούστε να δείτε. Θα παίξω τον μάγκα, αλλά με έναν όρο: θα είναι γνήσιος μάγκας. Όχι σαν αυτούς τους γλειμμένους, τους χολιγουντιανούς. Θα έχω και μουστάκι”. Πανέξυπνος καθώς ήταν ο Δαλιανίδης άρπαξε στον αέρα όσα του ’πα, πέταξε την αρχική ιστορία και διαμόρφωσε το σενάριο πάνω στον δικό μου μάγκα. Τα γυρίσματα διήρκεσαν περίπου δύο μήνες. Συνήθως γυρίζαμε καθημερινά οκτώ ώρες, αλλά αρκετά συχνά τα γυρίσματα μπορούσαν να κρατήσουν μέχρι και 12 ώρες. Θυμάμαι η Ζωίτσα (σ.σ.: Λάσκαρη) έμενε στην Τσακάλωφ τότε και δεν είχε πώς να ’ρθει στο γύρισμα. Πήγαινα λοιπόν κάθε πρωί και την έπαιρνα με το αμάξι μου. Η αρχική σκέψη, μάλιστα, ήταν να γυριστεί η ταινία στο στούντιο του Φίνου που ήταν τότε στις Τρεις Γέφυρες. Τελικά προτιμήσαμε τα στούντιο Άλφα στα Μελίσσια. Αν αργούσες στο γύρισμα, σου ’κλειναν την πόρτα. Όχι ο Δαλιανίδης -ήταν απλώς ο σκηνοθέτης-, αλλά απευθείας ο αντιπρόσωπος του Φίνου, ο αρμόδιος γι’ αυτές τις δουλειές. Δεν τολμούσε κανείς να αργήσει σε γύρισμα που την παραγωγή έκανε ο Φίνος. Ούτε καν το είχαμε διανοηθεί. Επίσης, μετά το γύρισμα δεν βγαίναμε όλοι οι ηθοποιοί μαζί. Ήμασταν τόσο ψόφιοι που θέλαμε μόνο να γυρίσουμε σπίτι, να κάνουμε ένα μπάνιο και να χαλαρώσουμε. Το μουστάκι που είδατε στην ταινία ήταν ψεύτικο. Δεν έχω αφήσει ποτέ στη ζωή μου μουστάκι. Όσο για την περιβόητη σκηνή με το χαστούκι, γυρίστηκε μία μόνο φορά. Μία και καλή. Είχα εντολή από τον Δαλιανίδη το χαστούκι να είναι αληθινό. Η Ζωή δεν το γνώριζε αυτό. Όταν ήρθε λοιπόν η ώρα της σκηνής και της έσκασα το χαστούκι, ξαφνιάστηκε. Τα έχασε. Αυτό ακριβώς το ξάφνιασμα ήθελε να αποτυπώσει ο Δαλιανίδης. Πριν προλάβει να αντιδράσει, μπήκε στη μέση εκείνος: “Εγώ του είπα να σου δώσει αυτό το χαστούκι, σταμάτα. Συγχαρητήρια. Ήσουν εξαιρετική. Καταπληκτική”. Τα άκουσε η Ζωή αυτά και όλα καλά. Θυμάμαι η πρεμιέρα της ταινίας έγινε σε έναν κινηματογράφο απέναντι από το Αττικόν. Δίπλα μου καθόταν ο Νίκος Τσιφόρος. Του άρεσε τόσο πολύ η ταινία, που όλο το υπόλοιπο βράδυ με κρατούσε αγκαζέ, δεν ήθελε να με αφήσει».


 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ 
ΚΑΛΛΙΒΩΚΑΣ
ΜΙΑ ΤΡΕλΗ ΤΡΕΛΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ (1965)
Εισιτήρια: 521.134

Το Μια Τρελή Τρελή Οικογένεια ήταν τεράστια επιτυχία στο θέατρο πριν γίνει ταινία, και είχε τίτλο Οι Γυναίκες Προτιμούν τους Σκληρούς. Εγώ έπαιζα στο θεατρικό τον ίδιο ρόλο για δύο χρόνια. Όταν ο Φίνος αποφάσισε να το κάνει ταινία, δεν ήθελε κανέναν από τους πρωταγωνιστές του θεάτρου (ήταν οι Χρήστος Νέγκας, Βίλμα Τσακίρη, Μιράντα Μυράτ). Και αυτό ήταν πρακτική, τα περισσότερα θεατρικά που μεταφέρονταν στο σινεμά να μην έχουν το ίδιο καστ. Τα γυρίσματα κράτησαν 35 μέρες. Ο μόνος ηθοποιός που έπαιξε και στο θεατρικό και στην ταινία ήμουν εγώ, και αυτό επειδή το ζήτησαν οι συγγραφείς. Όλα τα γυρίσματα έγιναν στα στούντιο του Φίνου στα Λιόσια. Ξεκινούσαμε 8 το πρωί, τελειώναμε 6 το απόγευμα και μετά πηγαίναμε όλοι κατευθείαν στο θέατρο. Από τις 50 ταινίες του Φίνου που βλέπουμε ξανά και ξανά στην τηλεόραση, οι 45 που παίζονται είναι βασισμένες σε θεατρικά έργα. Το κείμενο των Τσιφόρου - Βασιλειάδη ήταν πολύ ψυχολογικά γραμμένο, αρκετά σουρεαλιστικό, που απεικόνιζε την τρέλα που περιέχει κάθε ελληνική οικογένεια και γι’ αυτό αγγίζει και σήμερα. Τι άλλο θυμάμαι; Υπήρχε αυστηρότητα στο γύρισμα, κυρίως για οικονομικούς λόγους. Ήταν από τις πρώτες έγχρωμες ταινίες, και η πρώτη έγχρωμη της Τζένης και αυτό σήμαινε πολύ υψηλό κόστος στο φιλμ. Δεν υπήρχαν περιθώρια λάθους. Το πολύ να γυρίζαμε μια σκηνή τρεις φορές και όχι παραπάνω. Διαβάζω αυτά που λένε “τι ωραία περνάγαμε στα γυρίσματα”, αλλά αυτό δεν συνέβαινε. Υπήρχε πειθαρχία και προσήλωση στο να βγει το πλάνο. Υπήρχε πολλή δουλειά πίσω από κάθε ταινία. Τα ρούχα τα φέρναμε τα περισσότερα εμείς. Η Τζένη φορούσε στην ταινία δικά της σύνολα, αλλά έτσι ήταν τότε όλες οι πρωταγωνίστριες, προτιμούσαν να ντυθούν μόνες τους. Το καστ της ταινίας το έκανε ο Φίνος με τον Δημόπουλο. Ο Φίνος πάντα επέβαλλε ποιοι θα είναι το πρωταγωνιστικό ζευγάρι και επέλεξε τον Αλεξανδράκη και την Τζένη, που εκείνη την περίοδο είχαν αποκλειστικό συμβόλαιο μαζί του και ήταν εξαιρετικά λαμπεροί. Για τους άλλους ρόλους πάντα συζητούσε με τον σκηνοθέτη και εκεί πάντα άκουγε και έκανε υποχωρήσεις. Εμένα με πήραν αφού είχαν αρχίσει τα γυρίσματα. Είχα θυμώσει που δεν με πήραν από την αρχή και γι’ αυτό ζήτησα τα διπλάσια χρήματα και μου τα έδωσαν. Η Μαίρη Αρώνη, με τον ρόλο της Πάστα φλώρα, έγραψε ιστορία. Το ίδιο και ο Παπαγιαννόπουλος. Ήταν και οι δύο άνθρωποι με υψηλό αίσθημα ευθύνης και πολύ επαγγελματίες. Όχι, στα γυρίσματα της ταινίας δεν κάναμε αστεία. Εγώ η Αρώνη και ο Παπαγιαννόπουλος παίζαμε περισσότερο θεατρικά τους ρόλους μας. Η Τζένη και ο Αλέκος πιο κινηματογραφικά. Όχι, δεν κάναμε παρέα, αλλά γενικά εγώ ποτέ δεν έκανα παρέες από το σινεμά. Οι ηθοποιοί πιο πολύ δενόμασταν στο θέατρο όπου ήμασταν μαζί μια σεζόν και όχι στις ταινίες που βρισκόμασταν μαζί ένα μήνα. Ήταν μια ταινία με all star cast και το στούντιο περίμενε κατά κάποιον τρόπο την επιτυχία της. Εγώ έπαιζα έναν παρλαπίπα αισιόδοξο αλλά και ανεύθυνο χαρακτήρα και ο τρόπος που έλεγα το “μπάάάιιι” ακόμη με συνοδεύει. Τι άλλο θυμάμαι; Το μεγάλο προσόν του Φίνου να αφήνει ελεύθερους τους σκηνοθέτες. Βέβαια τον έτρεμαν όταν έξι η ώρα το απόγευμα τους καλούσε στις αίθουσες προβολής να δει τα πλάνα. Και πολλές φόρες απαιτούσε να γυριστούν ξανά. Το Μια Τρελή Τρελή Οικογένεια είχε όλα τα καλά συστατικά. Ένα καλό σενάριο, εξαιρετικούς ηθοποιούς, έναν ιδιοφυή σκηνοθέτη και απίστευτη οργάνωση από όλους. Και γι’ αυτό έγινε επιτυχία.