Η κριτική των νέων ταινιών από τον Τάσο Θεοδωρόπουλο

Ό,τι παίζεται στις αίθουσες θα τα βρεις εδώ!
Η κριτική των νέων ταινιών από τον Τάσο Θεοδωρόπουλο



Οι νέες ταινίες έφτασαν στους κινηματογράφους και ο Τάσος Θεοδωρόπουλος κάνει μέσα από το περιοδικό DownTown και το FollowMe.gr την κριτική του!

BLAIR WITCH – Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Επιτέλους, μια ταινία που μπορώ από την αρχή της κριτικής μου να αποκαλύψω το τέλος της χωρίς κανείς να τσαντιστεί μαζί μου. Πάρα πολύ απλά, γιατί η ταινία δεν έχει τέλος. Όπως και στην επιτυχία-φαινόμενο του 1999, Τhe Blair Witch Project, 17 χρόνια αργότερα που κάποιοι σε μεγάλη έμπνευση είπαν να γυρίσουν στα παλιά, το ίδιο πράγμα. Όταν η ταινία τελειώσει, δεν θα έχεις μάθει για μία ακόμη φορά σχεδόν τίποτα από τη μοίρα των ηρώων ή το ποια είναι αυτή η περιβόητη μάγισσα. Απλώς θα έχεις διασκεδάσει (ή ξεράσει από τη ζαλάδα) με μπόλικο τρόμο ατμόσφαιρας από κάμερες που τις κρατάει κάποιος που φτιάχνει φραπέ. Γιατί το εύρημα του found footage είναι το ίδιο, αυτό που έκανε μόδα η πρώτη ταινία, και μας ζαλίζουν ακόμα και σήμερα με αυτό. Το ότι δηλαδή όσα βλέπεις είναι καταγεγραμμένα και μονταρισμένα μέσα από ερασιτεχνικά ντοκιμαντερίστικα βίντεο και είναι αληθινά. Κάτι που δημιουργεί την εύλογη απορία τού κατά πόσο είναι λογικό την ώρα που σε κυνηγάει να σε φάει ο βουρδούλακας, εσύ τρέχεις συνεχίζοντας να βιντεοσκοπείς με την κάμερα στα χέρια. Κάτι που εδώ σώζεται κάπως, με την ιδέα τού ότι οι ήρωες έχουν κάμερες τοποθετημένες στ’ αφτιά τους, έχουν και droid για να βλέπεις τη θέα από ψηλά. Ξαναβλέποντας την πρώτη ταινία, με έπιασε ύπνος βαρύς. 30 λεπτά φλυαρία, 30 λεπτά χτίσιμο ατμόσφαιρας και 15 τρεχαλητού και ουρλιαχτών με θολή εικόνα. Που σημαίνει πως τελικά ο λόγος που έμεινε στην ιστορία δεν είναι καλλιτεχνικός, αλλά μιντιακός, ως φαινόμενο και ως μάρκετινγκ (είχε πλασαριστεί σαν ταινία με όντως πραγματικά πλάνα). Μόνο που κι εκεί ούτε καν πρωτοτύπησε το συγγραφικό σεναριακό δίδυμο των Daniel Myrick, Εduardo Sanchez οι οποίοι, όχι τυχαία, δεν έκαναν κάποια ιδιαίτερη καριέρα στη συνέχεια. Η ιδέα είχε χρησιμοποιηθεί πρώτη φορά στο ιταλικό splatter Cannibal Holocaust, του 1980. Μετά την επιτυχία του The Blair Witch Project κυκλοφόρησε στο άψε-σβήσε, ένα χρόνο μετά, το νούμερο 2, που κατοχυρώθηκε ως μία από τις χειρότερες ταινίες τρόμου που έγιναν ποτέ, και τώρα αυτό εδώ, που ουσιαστικά θεωρείται και η επίσημη συνέχεια. Η συνταγή ίδια, απλώς πολλαπλασιασμένη. Περισσότερος κόσμος (6 οι ήρωες που χάνονται στο δάσος), περισσότερος τρόμος και ένταση. Η παρέα που θα βρεθεί στο καταραμένο δάσος γυρίζοντας ντοκιμαντέρ έχει κίνητρο την αναζήτηση από τον αδελφό της τής εξαφανισμένης από την πρώτη ταινία Χέδερ, μετά την εμφάνιση μιας βιντεοκασέτας με θολά πλάνα. Ως κατασκευή, ένταση και γύρισμα, θεωρώ τη δουλειά του Adam Wingard ανώτερη από την πρώτη ταινία, με σκηνές ανθολογίας, που όμως χάνει την αξία της όταν καταφεύγει σε εύκολα «μπουουου» τεχνάσματα. Oι fans του ορίτζιναλ θα γουστάρουν σίγουρα, οι πιτσιρικότεροι θα ψαρώσουν και στην τελική αυτός ήταν ο σκοπός της ταινίας κι αυτό μετράει.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: Γ – (Σας βρίσκετε μια δραμαμίνη;)

***Tετράγωνη σκέψη, τετράποδη φιλοσοφία

H KAΡΔΙΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ/ HEART OF A DOG

Για όσους διανύουν ή έχουν ξεπεράσει τη δεκαετία των 30, το όνομα της Laurie Anderson είναι σημαδεμένο με πυρωμένο σίδερο στην ιδρωμένη από τον χορό σάρκα της μνήμης. Σε ένα περίεργο μέρος του εγκεφάλου, όπου συνέδεσε κλαμπίστικες και συναυλιακές εκλεκτικές και εκρηκτικές βραδιές με ηλεκτρονική ποίηση, όπως ήταν και είναι η μουσική, οι στίχοι της και οτιδήποτε άλλο έχει απασχολήσει τη multiartistic θρυλική περσόνα της. Ποίηση, αντίσταση και προβληματισμός που μόνο ένα άτομο με τη δική της ιδιοσυγκρασία και κοσμική ενέργεια θα μπορούσε να εκφράσει, να αντανακλούν την αγάπη της για την τεριέ σκυλίτσα Λόλαμπελ, και όλο αυτό να το κάνει βραβευμένο ντοκιμαντέρ στα 69 της χρόνια. Πάνω στη σχέση της με τη Λόλαμπελ και ένα ετερόκλητο οπτικό υλικό από κάμερες παρακολούθησης, μέχρι φιλμ 8 χιλιοστών. Το μικροσκοπικό σαλονάτο σκυλί, ταυτόσημο της μικροαστικής φιλοζωίας, γίνεται πειραματόζωο ανατροπής για τη Laurie, που με έναν εντελώς δικό της τρόπο προβάλλει στη σχέση της μαζί του πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες, σε μια σχεδόν ονειρική, παραισθησιογόνα, αλλά και αφυπνιστική ταυτόχρονα ατμόσφαιρα μεταφυσικού στοχασμού σε θιβετιανό ναό, την ώρα που έξω γίνονται διαδηλώσεις με κραυγές και δακρυγόνα.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: A (Τρυφερά γαβγίσματα στο λυκόφως)

***Ανακάλυψε το παραμύθι σου

O KOΥΜΠΟ ΚΑΙ ΟΙ 2 ΧΟΡΔΕΣ/ ΚUBO AND THE TWWO STRINGS

Οπτικά, μαγεία σκέτη και παράδειγμα προς μίμηση τού πώς η σωστή, συναισθηματική, ζεστή χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας μπορεί να συμβάλει στην τελειοποίηση του παραμυθένια χειροποίητου -όπως είναι η πολύ δύσκολη τεχνική του stop motion animation (π.χ. Η Νεκρή Νύφη)- του Τιμ Μπάρτον. Μια τεχνική συνδυασμού κινουμένων σχεδίων με κινούμενες φιγούρες που (για να το πω εκλαϊκευμένα) το περπάτημά τους π.χ. κινηματογραφείται καρέ καρέ με κάποιον να αλλάζει τα πόδια της φιγούρας σε κάθε φωτογραφία για να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της κίνησης. Οπότε, φαντάσου τι δουλειά υπάρχει από πίσω σε μια ταινία που δεν έχεις μόνο μία φιγούρα και που αυτό που κάνει δεν είναι μόνο το να περπατάει. Μάγοι του είδους θεωρούνται τα στούντιο Laika, που αυτή τη φορά μας ταξιδεύουν στη μεσαιωνική Ιαπωνία, στήνοντας μια ατμοσφαιρική μυθολογική περιπέτεια με ήρωα ένα μονόφθαλμο αγόρι, τον Κούμπο, που ζει με τη μητέρα του, κυνηγημένος από δαιμονικές υπάρξεις που έχουν άμεση σχέση με το παρελθόν και την καταγωγή του. Ο Κούμπο ζει την οικογένειά του κατασκευάζοντας φιγούρες οριγκάμι που τους δίνει με ένα υπερφυσικό τρόπο ζωή. Όμως αυτές οι δυνάμεις του δεν είναι τίποτα μπροστά στα χαρίσματα που θα ανακαλύψει ότι έχει, αντιμέτωπος με σκοτεινά πλάσματα στην αναζήτησή του για τα χαμένα κομμάτια μιας μαγικής πανοπλίας που φορούσε ο πατέρας του. Συναίσθημα, περιπέτεια, φαντασία, και αγαπησιάρικη μελαγχολία, σε ένα εικαστικό σύνολο που σε κάνει να νιώθεις ότι ξεφυλλίζεις ένα από τα μαγικά παιδικά βιβλία μέσα από τα οποία ξεπετάγονται εικόνες. Κρίμα που τα παραπάνω δεν βρίσκουν την αντίστοιχη αφηγηματική στερεότητα, που ηθελημένα ή αθέλητα σε απομακρύνει με την ελλειπτική της αυθαιρεσία από το στόρι, αφήνοντας λίγο ορφανές, τις εξαίσιες εικόνες. Προβάλλεται μόνο στα Ελληνικά.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: B + (Τέχνη και φαντασία για κάθε ηλικία) 

***Βγάλε το καπέλο σου και βάρα με

KAI OI ΕΦΤΑ ΗΤΑΝ ΥΠΕΡΟΧΟΙ / THE MAGNIFICENT SEVEN

Το ερώτημα είναι κλασικό, αλλά έχει πολλές απαντήσεις: γιατί να ξαναγυρίσεις ένα κλασικό γουέστερν του 1960 που, με τη σειρά του, έχει διασκευάσει μία από τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, όπως θεωρούνται Οι 7 Σαμουράι του Akira Kurosawa από το 1954; Πριν απαντήσω, επιτρέψτε μου να περάσω ένα χέρι καρπαζιά σε όλα τα κομπλεξάκια που έχουν έτοιμη στο στόμα τη λέξη βεβηλοσύνη για κάθε ριμέικ. Αν είναι βέβηλο το ότι ο πολύ άνισος στην καριέρα του αλλά πάντα δυναμικός στη δράση Antoine Fuqua σκηνοθέτησε τη δική του εκδοχή (γιατί αυτό πρέπει να κάνει ουσιαστικά ένα ριμέικ και όχι να ξεπατικώνει), σε ένα στέρεο, μυθολογικό αλλά ουσιαστικά υπερεκτιμημένο γουέστερν του John Sturges, τότε θα έπρεπε να είχαν κρεμάσει το 1960 τον ίδιο τον Sturges που τόλμησε να μετατρέψει μια μεσαιωνική ιαπωνική ιστορία με σαμουράι, σε γουέστερν. Το οποίο πέρασε στην ιστορία περισσότερο σαν όνομα κι όχι σαν ταινία, κυρίως για το all star cast του και την υπέροχα δανεισμένη ιδέα του, μόνο που από την εποχή του έχουν περάσει 56 χρόνια. Με τη λογική του αχρείαστου ριμέικ, δεν θα έπρεπε ποτέ ξανά ηθοποιός να παίξει Άμλετ στο σινεμά μετά τον Lawrence Olivier. Oι απαντήσεις λοιπόν αφορούν στο ότι τα πάντα χρειάζονται μια φρέσκια ματιά, ειδικά τόσες δεκαετίες μετά, το γουέστερν είναι ένα κινηματογραφικό είδος συνυφασμένο με τον αμερικάνικο πολιτισμό και ιερό σαν σημαία, η πιτσιρικαρία θα δει κάτι εντελώς φρέσκο, τα στούντιο ταυτόχρονα θέλουν να βγάλουν λεφτά, οπότε τι καλύτερο από το να συνδυάσεις όλα τα παραπάνω μαζί; Ο Fuqua κρατάει φυσικά την ιδέα της επταμελούς ομάδας χαμένων κορμιών που αποφασίζουν να υπερασπιστούν μια φτωχή πόλη, μόνο που αυτή τη φορά η απειλή έχει βιομηχανικό, καπιταλιστικό πρόσωπο, η δράση -όχι τυχαία- εξελίσσεται στον απόηχο του εμφυλίου και ο σκηνοθέτης παίζει με τα στερεότυπα, δημιουργώντας μια πολυφυλετική παρέα πολεμιστών που δίνει άλλο ενδιαφέρον. Denzel Washington, Chris Pratt, Ethan Hawke, Μatt Bomer μερικοί από τους πρωταγωνιστές, με μεγάλο χαμένο τον Peter Sarsgaard, καρικατούρα στον ρόλο του κακού. Όσο κι αν χαλιούνται οι πιουρίστες, προσωπικά προτιμώ τους ρυθμούς του Fuqua από το αργό στήσιμο του Sturges. Η σκηνή της τελικής μονομαχίας είναι απείρως πιο δυνατή και απολαυστική από την πρώτη ταινία, και ο στυλιστικός συνδυασμός της κλασικής γραφής, με το διαφημιστικά μονταρισμένο, σκονισμένο ιλουστρέ και τους σπαγγέτι ατμοσφαιρικούς απόηχους συνθέτουν μια πρώτης τάξης υβριδική νεο-παλιομοδίτικη ψυχαγωγική εμπειρία.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: B + (Ανατολή ξανά για την Άγρια Δύση)

***Σκοτεινός ουρανός ψάχνει τα αστέρια του

ΝΟΣΤΑΛΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΦΩΣ / ΝΟSTALGIA DE LA LUZ

To καταπίνω πως πρόκειται για ντοκιμαντέρ εξαετίας, δηλαδή παραγωγή του 2010 που προβάλλεται για πρώτη φορά στις ελληνικές αίθουσες μόνο και μόνο γιατί πρόκειται για πραγματικό κινηματογραφικό μάθημα, ντοκιμαντέρ και όχι μόνο. Όποιος έχει δει τη μεταγενέστερη ταινία του σκηνοθέτη Patricio Guzman που παίχτηκε στην Ελλάδα, Το Μαργαριταρένιο κουμπί καταλαβαίνει τι λέω. Από τα μυστήρια του σύμπαντος, τη μαγεία του έναστρου ουρανού και της φύσης, σε σωρούς από μέλη πτωμάτων σε ομαδικούς τάφους στους οποίους προσπαθούν να αναγνωρίσουν τους δικούς τους οι συγγενείς τους. Τα ερωτήματα φέρνουν απαντήσεις που γεννάνε άλλα ερωτήματα σε έναν αέναο κύκλο που συνδέει τα πάντα, με τον Guzman να προσπαθεί να ανακαλύψει τη σημασία των ετερόκλητων συνδέσμων του κόσμου. Την αντανάκλαση του υπερβατικού στο ρεαλιστικό, του επιστημονικού στο πολιτικό, του γεωγραφικού στο φιλοσοφικό, του φανταστικού στο ιστορικό. Το φως στον τίτλο είναι η ποθητή κατάληξη ενός ταξιδιού μέσα στο σκοτάδι, αναζητώντας τα σωστά σημάδια, όπως οι αστερισμοί στον σκοτεινό ουρανό. Από αστεροσκοπείο ξεκινάει την περιπλάνησή του ο σκηνοθέτης για να φτάσει στην έρημο, και διασχίζοντάς την να ανασυνθέσει, τοποθετημένο σε ένα ευρύτερο πλέον συμπαντικό πλαίσιο, το τραυματικό παρελθόν της χώρας του, της Χιλής στα χρόνια της δικτατορίας του Πινοσέτ, που είναι στην ουσία η ραχοκοκαλιά της ταινίας. Η αρχιτεκτονική του κόσμου σε αντιπαραβολή με την αρχιτεκτονική μιας φυλακής. Σαν εκείνη στην οποία απαγορεύτηκε στους φυλακισμένους να ασχολούνται με την αστρονομία επειδή θεωρήθηκε πως το κάνουν προκειμένου να σχεδιάσουν βάσει των αστερισμών τη διαδρομή που θα ακολουθήσουν όταν αποδράσουν. Μόνο στο μυαλό του Guzman η πολυπλοκότητα της ιστορικής και πολιτικής σκέψης και θεωρίας αποκτά την απατηλή απλότητα μιας πλανεύτρας εικόνας, που θα σε παρασύρει ύπουλα σε ένα μοναδικό ταξίδι αυτογνωσίας, μέσα από την εξοικείωσή σου με την ιστορία και την Ιστορία του άλλου.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: A (Όπως το επιφώνημα «ααα!!!»)

***Ένα παιδί κλοτσάει σαν μπάλα, τα άστρα

ΠΕΛΕ / PELE: BIRTH OF A LEGEND

Κατ’ αρχάς, ο κομμένος τίτλος είναι ξεκάθαρα εκ του πονηρού παραπλανητικός. Γιατί ο μεταφραστής άφησε απ’ έξω το «η γέννηση ενός θρύλου. Που σημαίνει πως αν περιμένεις να δεις τη ζωή του Πελέ, έχασες. Μέχρι τα 17 του θα σε πάει στην ταινία, που θριαμβεύει με την Εθνική Βραζιλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 και γίνεται εθνικός ήρωας. Είναι ο μικρότερος σε ηλικία παίκτης εθνικής, είναι αυτός που σώζει τον αγώνα, είναι αυτός που επαναφέρει το παραπεταμένο ύστερα από τις προηγούμενες ντροπιαστικές ήττες της χώρας του, αλήτικο και του δρόμου αλλά χορογραφημένο σαν καποέιρα, βραζιλιάνικο παίξιμο ποδοσφαίρου. Αναμφισβήτητα ψυχαγωγικό για μαζική κατανάλωση, με φολκλόρ έντονα χρώματα στις φαβέλες, πολύ καλό μοντάρισμα και γύρισμα στα ποδοσφαιρικά στιγμιότυπα, αλλά χωρίς στόχο, ή μάλλον χωρίς τον Πελέ. Η έμφαση στην απελπισία των Βραζιλιάνων μετά τις ήττες τους αγγίζει τα όρια του κωμικού και, μολονότι πάσο, μπορεί οι άνθρωποι όντως να είναι τόσο μουρλαμένοι με την μπάλα, και η ταινία εξελίσσεται σε ένα τονοτίλ εθνικής υπερηφάνειας χωρίς καμία ένταξή του όμως στο κοινωνικοπολιτικό φόντο της εποχής. Η ιστορία του φτωχόπαιδου που από τη μιζέρια φτάνει στον ουρανό, περνάει με στιγμιότυπα λατινοαμερικάνικης σαπουνόπερας όπως αυτό που ο γιος της πλούσιας οικογένειας στην οποία δουλεύει καθαρίστρια η δόλια μάνα πετάει στον μικρό Πελέ τον κουβά με τα απόνερα. Η μοίρα μετά θα φέρει και τους δύο στην Εθνική, γιατί το ποδόσφαιρο πέρα από όλα τα άλλα φέρνει και ταξική συμφιλίωση. Όμορφες καρτ ποστάλ σκηνές, θέαμα, καλή διάθεση, όμως ξαναλέω, από Πελέ μόνο στιγμιότυπα νεανικής σαπουνόπερας με εκρήξεις γηπέδου.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: Γ (Τσάμπα ίδρωσα στη σάμπα)

Παιδιά αντιμέτωπα με την πιο σκληρή Ιστορία

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΗΣ / LES HERITIERS

Για άγνωστους λόγους (ξεκασκαρτάρισμα αποθήκης ίσως;) προκύπτει σαν νέα κυκλοφορία σε μια μπουκωμένη εβδομάδα και ένα γαλλικό κοινωνικό δράμα του 2014, τύπου μυθοπλασία αλλά σε ντοκιμαντερίστικο – διδακτικό στυλ (είναι βασισμένο σε αληθινή ιστορία), που κάνει λίγο Ανάμεσα στους τοίχους. Σε σχολείο μάλλον υποβαθμισμένης και multiculti περιοχής του Παρισιού, ο καθηγητής προσπαθεί να αναπτύξει σχέση με τους μαθητές του που δεν θα τους έλεγες και τόσο ορεξάτους. Με δική του πρωτοβουλία, τους γράφει σε έναν εθνικό διαγωνισμό με τίτλο Παιδιά και έφηβοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί. Την αρχική δυσαρέσκεια των μαθητών θα διαδεχτεί σταδιακά ο προβληματισμός, η συναισθηματική φόρτιση και η συνειδητοποίηση μέσα από τις συζητήσεις και τις αντιδράσεις που θα προκαλέσουν η συνάντησή τους με έναν επιζήσαντα των στρατοπέδων αλλά και η ξενάγησή τους σε ένα μουσείο αφιερωμένο σε αυτό το θέμα.

2…… Έλεος με τις συναρπαστικές(;) αληθινές ιστορίες

ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ/ WAR DOGS

Έλεος, κυριολεκτικά, γιατί το είδος δεν είναι της πλάκας, όπως νομίζουν πολλοί κι ας προσφέρεται για υπόγεια πλάκα. Εννοώ το είδος των αληθινών ιστοριών με σπιντάτη αφήγηση, πολιτικο-κοινωνική ακτινογραφία και ενίοτε υπόγειο σαρκασμό που έδωσε εξαιρετικές παραγωγές σαν το Μεγάλο Σορτάρισμα, τον Λύκο της Γουόλ Στριτ, το Spotlight, το Αrgo. Ο σκηνοθέτης των Hangover, Τοdd Philips, ήταν θεωρητικά ιδανικός για την κινηματογραφική διασκευή ενός άρθρου του περιοδικού Rolling Stone. To θέμα ήταν τα Σκυλιά του Πολέμου, όπως ονομάζονται στην πιάτσα. Νόμιμα παράνομοι επιχειρηματίες που εκμεταλλευόμενοι έναν νόμο του Ντικ Τσέινι για δήθεν σπάσιμο του μονοπωλίου των μεγαλο-εταιρειών που προμηθεύουν πολεμικό υλικό τον αμερικάνικο στρατό βρήκαν τρύπα να χωθούν. Ψάχνοντας στην επίσημη ιστοσελίδα του Πενταγώνου με χιλιάδες προκηρύξεις διαγωνισμών για στρατιωτικές προμήθειες, ξεπερνάνε τις μεγάλες μπίζνες που ούτως ή άλλως θα τις αναλάβουν μεγάλες εταιρείες και εστιάζουν στα ψίχουλα, όπως π.χ. αντιασφυξιογόνες μάσκες, που όμως τους αποφέρουν εκατομμύρια δολάρια. Αυτό κάνουν και οι δύο ενοχλητικά αντιπαθητικοί πρωταγωνιστές της ταινίας, Jonah Hill και Milles Taylor, μέχρι τη στιγμή που με τη μεσολάβηση του Bradley Cooper θα μπλεχτούν σε ένα κόλπο που ξεπερνάει τα κυβικά τους. Η εισαγωγή και το πρώτο 20λεπτο είναι άμεσα επεξηγηματικά, με ρυθμό και χαβαλέ. Το πρόβλημα όμως είναι πως ο Todd Philips έχει τεράστιο πρόβλημα ως προς τι ταινία θέλει να κάνει. Αναζητώντας καταφύγιο σε καφρίλες τύπου Hangover αποδυναμώνει τη δραματική ένταση της ιστορίας. Δεν βρίσκει ποτέ τη σωστή ισορροπία για να σε κρατήσει και παρά τους γρήγορους ρυθμούς καθιστά την ίδια του την ιστορία εντελώς βαρετή. Ό,τι είχε να πει ως θέση και στάση τα είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή και το μόνο που του μένει για να δουλέψει μετά είναι δύο «ανάπηροι» πρωταγωνιστικοί ρόλοι που αν τους διαμέλιζε μια χειροβομβίδα πιθανότατα θα χειροκροτούσες.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: Γ (Μην πυροβολείτε όταν κοιμάμαι)

***Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πληκτρολόγιο

ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ/ I.T.

Όταν η Σάντρα Μπούλοκ βρέθηκε Παγιδευμένη στο Διαδίκτυο, το 1995, δηλαδή 21 ολόκληρα χρόνια πριν, στο γραφείο του περιοδικού είχαμε μόνο ένα pc με σύνδεση, στο οποίο κάναμε ουρά για να βρούμε πληροφορίες για το άρθρο μας. Για όποιον δεν το έχει ζήσει, είναι σαν διήγηση πραγματικά αρχαίας ιστορίας για τα σημερινά δεδομένα. Παρόλα αυτά η τεχνοφοβία είχε ήδη αρχίσει να εξαπλώνεται όσον αφορά στα «μηχανήματα του διαβόλου» και όπως κάθε φοβία (από τότε έως σήμερα που πλέον είμαστε κυριολεκτικά με τα smart phones σωματικά ενωμένοι σε 24ωρη βάση με το διαδίκτυο) έδωσε υλικό για ντουζίνες από θρίλερ με ανάλογο θέμα. Ενίοτε αριστουργηματικά όπως το Matrix ή το τηλεοπτικό Mr Robot, ενίοτε παλιομοδίτικα και ηθικοπλαστικά. Και αυτό είναι το κύριο πρόβλημα της συγκεκριμένης ταινίας που το στόρι της χρειαζόταν εντελώς άλλο σεναριακό χειρισμό. Ο όρος Ι.Τ., όπως είναι ο ξένος τίτλος, σημαίνει Ιnformation Technology και ο υπεύθυνός της σε μια επιχείρηση ουσιαστικά ελέγχει το μαγαζί περισσότερο και από το ίδιο το αφεντικό. Πάντα γοητευτικός, αλλά μάλλον «κουρασμένος» για έντονες σκηνές, ο Pierce Brosnan συμπληρώνει ένσημα υποδυόμενος μεγιστάνα επιχειρηματία, με ευτυχισμένη ζωή κι ένα σπίτι σούπερ γκλάμορους και εντελώς ηλεκτρονικό σε σημείο του να παραγγέλνεις στον ανεμιστήρα να σου χτυπήσει φραπέ. Το πρόβλημα είναι πως ο ιδιοφυής Ι.Τ. του είναι, χωρίς κανείς να το γνωρίζει, προχωρημένος ψυχοπαθής που πέρα από την επιχείρηση θα «εισβάλει» και στο σπίτι του Brosnan για να περάσει ένα σοβάτισμα όλα αυτά τα ηλεκτρονικά μπλιμπλίκια. Τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με τους υπολογιστές των κατοίκων του σπιτιού, τα κινητά τους και γενικότερα με όλη τους τη ζωή, την οποία πλέον παρακολουθεί και ελέγχει μανιακά ο Ι.Τ. Αιτία, η παθολογική του καψούρα με την κόρη του Pierce, κάτι που μετά την απόλυσή του θα πυροδοτήσει μια ανεξέλεγκτη φονική εκδικητική μανία. Ο σκηνοθέτης John Moore είναι ένας επαγγελματίας διεκπεραιωτής που στήνει σκηνές πραγματικής έντασης και tech freak ενδιαφέροντος. Δυστυχώς από την άλλη το σενάριο μοιάζει με την πλατεία της Ομόνοιας. Κανείς δεν έχει καταλάβει με τι ακριβώς μοιάζει, «εξαφανισμένη» μέσα στις αρχιτεκτονικές της «τρύπες» και το μόνο που σου προκαλεί είναι φοβία. Εν προκειμένω, όσον αφορά στην ταινία, τεχνοφοβία με ηθικό δίδαγμα, για να μπορείς να δεις την ταινία και με τη μαμά σου.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: Γ (Μπράβο στους Μορμόνους που ούτε ρεύμα δεν έχουν)

3*Νομίζεις ότι ξέρεις τι θα πει συναυλία-θέαμα;

ROGER WATERS, THE WALL

Με εντελώς ρεαλιστικούς υπολογισμούς, το μοναδικό μουσικο-θεατρικό γκλάμουρ θέαμα που θα μπορέσω να δω στην υπόλοιπη ζωή μου είναι το φεστιβάλ Λούτσας, όπως και η πλειονότητα των Ελλήνων. Και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που δεν πρέπει σε καμία εντελώς περίπτωση, εφόσον δεν πρόκειται να επαναληφθεί, να ζήσεις την εμπειρία της πιο θεαματικής, κλασικής, μακροχρόνιας, πανάκριβης ιστορικής συναυλίας-πολυθεάματος που έγινε ποτέ. Ο Roger Waters, εγκέφαλος πίσω από το συγκρότημα-θρύλο των Pink Floyd, μετέτρεψε το πιο προσωπικό του άλμπουμ τους, το Τhe Wall, σε μια απόλυτη οπτικοακουστική εμπειρία 60 εκατ. δολαρίων στο στήσιμό της που από το 2010 αφήνει το κοινό των 4,5 εκατομμυρίων θεατών σε όλο τον κόσμο που το «έζησαν» πραγματικά άφωνο. Εμπειρία που τελευταία φορά ζήσαμε στην Ελλάδα το 2014 στο Ολυμπιακό Στάδιο, με το κοινό να μην ξέρει τι κι από πού του έρχεται και το πολιτικοποιημένο αλλά και προσωπικό συναίσθημα στη διαπασών. Αλλαγές σκηνικών, μοναδικές βιντεοπροβολές, «ιπτάμενες» εκρήξεις, μοναδική δημιουργικότητα, τελευταία λέξη της τεχνολογίας και τέχνη που για μια τελευταία φορά έχεις την ευκαιρία να βρεθείς στην καρδιά τους, αλλά και πίσω από τα παρασκήνια. Η ταινία Roger Waters: Τhe Wall, δεν είναι μόνο μια πλήρης καταγραφή του θεάματος, με «μαγικές» κάμερες να σε βάζουν πάνω στη σκηνή, να εστιάζουν σε εκπληκτικές λεπτομέρειες και να σε «πετάνε» πάνω από το στάδιο (υπάρχει υλικό κι απ’ την αθηναϊκή του εμφάνιση). Είναι όλο το πακέτο της εμπειρίας, πέρα από την επιφάνεια, το στήσιμο, οι διαδρομές, οι εξομολογήσεις, η ηχηρή πολιτική θέση και στάση του Waters και των συνεργατών του. Με τον εκπληκτικό συναυλιακό ήχο να αναπαράγεται αυτούσιος, ολοκάθαρος και επιβλητικός περικυκλώνοντάς σε 360 μοίρες, όπως «παίζει» το σύστημα Dolby Αtmos, αποκλειστικά στα Village Cinemas τα οποία επίσης αποκλειστικά, θα προβάλουν την ταινία (με αγγλικούς υπότιτλους) σε αίθουσες της Αθήνας και Θεσσαλονίκης, 23 και 29 του μήνα. Άκου τον ιδρώτα του ντράμερ να στάζει πάνω στα τύμπανα…

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: A (Κάθε αντίσταση μάταιη. Παραδώσου)

***Από τον Αλμοδοβάρ στον Βερχόφεν

22ες ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ: ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΑΘΗΝΑΣ (21/09 - 02/10)

Ξεκίνησε περίπου σαν οικογενειακή γιορτή για παιδάκια με περίεργες ορέξεις όσον αφορά στα δώρα που επιθυμούν. 22 χρόνια μετά, συνεχίζει να είναι η ίδια γιορτή και τα παιδάκια να παραμένουν χαζεμένα με τις μαγικές εικόνες στην οθόνη, με τη διαφορά ότι πλέον οι γιορτές του μπορούν να γίνουν ακόμα και στο Μέγαρο Μουσικής, οι καλεσμένοι του να έρχονται από διάφορες χώρες του κόσμου, οι εκπλήξεις του να ξεπερνούν σε ποικιλία και πλουσιάδα κάθε φαντασία, να «γράφουν» για αυτό τα καλύτερα σπίτια εντός και εκτός συνόρων και οι νύχτες μετά τις προβολές να μετατρέπονται σε πάρτι που μεταμορφώνουν τις πιο «ηρωικές» γωνιές της Αθήνας σε καλειδοσκοπικές οθόνες προβολής. Είναι μάταιο να γράψεις αναλυτικά το φετινό πρόγραμμα του υπό νέα καλλιτεχνική διεύθυνση πλέον Λουκά Κατσίκα (ο Ορέστης Ανδρεαδάκης πήρε «μετάθεση» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης). Και αυτό επειδή η μισή πλάκα είναι να το ανακαλύψεις μόνος σου στο www.aiff.gr. Αυτή είναι και η λογική με την οποία το έφτιαξε μια ομάδα από τα πιο αντίθετα μεταξύ τους αλλά αρμονικά ερωτευμένα και ανατρεπτικά φρέσκα μυαλά. Αντιμετωπίζοντας το σινεμά σαν κάτι οργανικό. Από «βαριές» ταινίες τέχνης που το πλάνο έχει τον ακούνητο και φεστιβαλικά σουξέ, σε σεξομανή δολοφόνους ντυμένους αλογάκια της Παναγιάς, πρωτοπορία και «σιγουράκια», μουσικές του Φρανκ Ζάπα (εξαιρετικά πάντα τα μουσικά ντοκιμαντέρ της διοργάνωσης), gay ευαισθησίες, κλασικό κινηματογράφο και χολιγουντιανές πρεμιέρες. Το σινεμά σαν μια γυναίκα femme fatale και πολύχρωμη. Όχι τυχαία, η ταινία έναρξης είναι η νέα «πολύχρωμα» μελοδραματική αφιέρωση του Αλμοδοβάρ στις γυναίκες με την Julieta του, ενώ στο φινάλε θα πάρει την εκδίκησή της μια αγνώριστη Ιζαμπέλ Ιπέρ, αφημένη τολμηρά στο βασικό της ένστικτο, αφού τη σκηνοθετεί στο Elle ο Βερχόφεν, ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να μετατρέψει έναν βιασμό σε θρίλερ με κωμικά στοιχεία, κάνοντας τον κόσμο να παραμιλάει. ΟDEON OPERA 1 & 2, INTEAL, TAINIOΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΠΑΛΛΑΣ

ΤΟP 5

***Διαμορφώνεται από τα πανελλαδικά εισιτήρια 111.137 θεατών το τετραήμερο ΠΠΣΚ. Όπου υπάρχει «σύνολο» αφορά στα εισιτήρια της ταινίας από την αρχή της κυκλοφορίας της.

Σταθερός ο Sully, στα ουράνια η Ντόρι, απογοήτευση η Μπρίτζετ Τζόουνς, καταστροφή για τον Τζέικ Γκίλενχαλ στο Ξανά απ’ την αρχή, στα αζήτητα ο Επαναστάτης Μάθιου Μακόναχι, όλεθρος για ταινίες τέχνης με μέτριες κριτικές όπως τα 235 εισιτήρια του Εγώ και ο Καμίνσκι. 1.433.566 οι θεατές των ελληνικών αιθουσών την προηγούμενη εβδομάδα.

1. SULLY: 26.336 εισιτήρια (88.433 σύνολο)

2. ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΝΤΟΡΙ: 23.422 (221.882 σύνολο)

3. ΤΟ ΜΩΡΟ THΣ ΜΠΡΙΤΖΕΤ ΤΖΟΟΥΝΣ: 17.259

4. ΜΠΑΤΕ ΣΚΥΛΟΙ ΑΛΕΣΤΕ: 8.872 (161.099 σύνολο)

5. ΟΜΑΔΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ: 7.126 (192.461 σύνολο)